βουτυροκόμος

βουτυροκόμος
ο , η маслобой; маслодел

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "βουτυροκόμος" в других словарях:

  • βουτυροκόμος — ο αυτός που ασχολείται με την παρασκευή βουτύρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < βούτυρο (ν) + κόμος < κομώ ( έω) «φροντίζω, ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. ανθοκόμος, βρεφοκόμος, μελισσοκόμος, νοσοκόμος κ.ά.). Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στο Ελληνογαλλικόν… …   Dictionary of Greek

  • βουτυροκόμος — ο ο βουτυροποιός, ο βουτυράς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -κόμος — ο, η, θηλ. και α (ΑM κόμος) β συνθετικό πολλών συνθέτων τής Αρχαίας και Νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. κομῶ, έω «περιποιούμαι, φροντίζω», που απαντά μόνο στην Αρχαία Ελληνική. Όλα αυτά τα σύνθετα είναι παροξύτονα σε αντιδιαστολή με… …   Dictionary of Greek

  • βουτυροκομία — η η παρασκευή βουτύρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < βουτυροκόμος (πρβλ. ανθοκομία). Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • βουτυροκομείο — το εργαστήριο παρασκευής βουτύρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < βουτυροκόμος (πρβλ. ανθοκομείο, νοσοκομείο, τρελοκομείο κ.ά.). Η λ. βουτυροκομείον μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν του Νικολάου Κοντοπούλου] …   Dictionary of Greek

  • βουτυροποιός — ο ο βουτυροκόμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βούτυρο (ν) + ποιός < ποιώ ( έω) (πρβλ. αλλαντοποιός, ζυθοποιός, οινοποιός κ.ά.). Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικόν και Ελληνογαλλικόν Λεξικόν τού Βυζαντίου Σκαρλάτου] …   Dictionary of Greek

  • βουτυροκομώ — είμαι βουτυροκόμος, ασχολούμαι με τη βουτυροκομία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βουτυροποιός — ο ο βουτυροκόμος, ο βουτυράς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»